ιδιολατρία

ιδιολατρία
η
το να λατρεύει κάποιος τον εαυτό του, η εγωπάθεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιολάτρης, εξ ού η γραφή με -ία].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”